δεκάζω

δεκάζω,
A bribe, corrupt, esp. judges, Isoc.8.50, Aeschin.1.87, Arist. Ath.27.5:—[voice] Pass., to be bribed, Lys.29.12, Plu.Cat.Mi.44.
II metaph. in [voice] Pass., to be subject to allurements,

δεδεκασμέναι ἀκοαί Ph. 1.523

, cf. Plot.6.8.13
;

ὑπὸ τῶν ἡδονῶν Porph.Abst.4.1

.
III δεκάζων· ὁ εἰς δέκατον ἀριθμὸν ἥκων, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκάζω — bribe pres subj act 1st sg δεκάζω bribe pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκάζω — δεκάζω, δέκασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δεκάζω — (AM δεκάζω) διαφθείρω με δώρα ή χρήματα (κυρίως δικαστές ή μάρτυρες για να κρίνουν και να μαρτυρήσουν παρά την αλήθεια και σύμφωνα με τα συμφέροντά μου) αρχ. υπόκειμαι σε δελεασμούς, παρασύρομαι από κάποια αδυναμία ή πάθος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ.… …   Dictionary of Greek

  • δεκάζω — ασα, άστηκα, δεκασμένος, δωροδοκώ κάποιον με δώρα ή χρήματα, για να κάνει κάτι αντίθετο από το δίκαιο ή την αλήθεια: Προσπάθησαν να δεκάσουν τους μάρτυρες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεδεκασμένων — δεκάζω bribe perf part mp fem gen pl δεκάζω bribe perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαζομένων — δεκάζω bribe pres part mp fem gen pl δεκάζω bribe pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαζόμενον — δεκάζω bribe pres part mp masc acc sg δεκάζω bribe pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαζόντων — δεκάζω bribe pres part act masc/neut gen pl δεκάζω bribe pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκάζει — δεκάζω bribe pres ind mp 2nd sg δεκάζω bribe pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκάζουσι — δεκάζω bribe pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δεκάζω bribe pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδέκαζον — δεκάζω bribe imperf ind act 3rd pl δεκάζω bribe imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.